Σκόνταψα όλη τη διαδρομή προς την κουζίνα. Θα αναρωτηθεί, και εύλογα μάλιστα, κανείς, πως είναι να δυνατόν να φας τα μούτρα σου περπατώντας μια απόσταση τριών μέτρων, αλλά εγώ τα κατάφερα. Πάντα τα καταφέρνω. Όταν έρθει η ώρα, είμαι σίγουρη πως θα λάβω και βραβείο για τα λαμπρά ανδραγαθήματα των αλλεπάλληλων και ανεξήγητων πτώσεών μου. Δεν ήξερα ούτε τι ώρα είναι ούτε τη μέρα, ποτέ δεν ξέρω, αλλά δεν είχε σημασία, σημασία είχε ότι πεινούσα. Έφτασα λοιπόν πονεμένη στην κουζίνα, κι είδα την αδερφή μου· να τρώει μια μπανάνα· ντυμένη. Έφαγε την μπανάνα της, με πείραξε, και φώναξε, τρέχοντας, στο σπίτι, ένα «Γειάααααααααααααααα!» που κράτησε μέχρι να κλείσει με γδούπο την πόρτα. Σκέφτηκα πως πρέπει να ‘ταν απόγευμα. Αυτόματα, θέλησα κι εγώ μία μπανάνα και αποφάσισα ν’ απλώσω το χέρι μου να πάρω.
Πήρα την μπανάνα μου και κινήθηκα προς το δωμάτιο της μανούλας μου για να νιώσω λίγο στοργή και προδέρμ, και τη βρήκα στο μπάνιο να βάφεται. Ήμουν σχεδόν σίγουρη πως ήταν απόγευμα. Άνοιξα τη μπανάνα μου, έφαγα μια χαψιά, και τρώγοντας την κοίταζα με τα μεγάλα μου απορημένα μάτια. Με κοίταξε, η φάτσα της απόρησε πιο πολύ κι απ’ τη δική μου, γύρισε, πήρε το πινέλο το μεγάααλο για να πουδράρει την πάντα κόκκινη μύτη της, και μου ‘πε χαμογελώντας «Α, να χαθείς κωλόπαιδο!». Εγώ γι’ απάντηση της έδωσα μπανάνα κι ένα μπανανιένο φιλί στο βαμμένο της μάγουλο κι έπειτα πήρα την υπόλοιπη μπανάνα μου, έφαγα μια μπουκιά και πήγα να βρω τον αδερφό μου.
Τον βρήκα ξάπλα στην κρεβάτα του με το φορητό υπολογιστή του αγκαλιά να λούζεται από το φως του ήλιου που ‘μπαινε απ’ την μπαλκονόπορτα. Είχε πολύ φως, στραβώθηκα· πλέον ήμουν σίγουρη ότι ήταν απόγευμα, και μάλιστα νωρίς, γιατί είχα μαζέψει όλες τις απαραίτητες πληροφορίες και, μετά την πτώση μου, χτύπησα και σε μια καρέκλα. Ο αδερφός μου, πάντα ευγενέστατος, γέλασε σα χάχας και μου ‘βαλε ν’ ακούσω ένα τραγούδι. Εγώ, γι’ αντάλλαγμα, του ‘δωσα μία στο κεφάλι και την υπόλοιπη μπανάνα μου· κι έπειτα πήγα να πιώ νερό και να μαντάρω κάτι χτυπήματα που ‘χα από την τούμπα που ‘χα φάει το προηγούμενο βράδυ.
Σκέφτηκα ότι στα έξι μου τελικά παίζει να ήμουν και πιο σοβαρή, αλλά ο μπαμπάς μου με διαβεβαίωσε πως, όχι, ήμουν το ίδιο παλαβή. Κι έρχομαι στην ερώτηση που με βασανίζει από χθες το βράδυ, όταν ξυπνάτε, είστε κι εσείς αμίλητοι και άκαμπτοι σα ζόμπι;



No comments:
Post a Comment