Μου βγαίνει, θα 'λεγα, μια λυρικότητα, που νόμιζα, η κουτή, πως είχα πνίξει. Αλλά, ώς φαίνεται, όσες στιγμές κι αν ψεύδη ασύστολα πεις στον εαυτό σου, όσες γοργά κι αν τρέξεις φορές, εκείνα απ' τα οποία έτρεχες και εξακολουθείς να τρέχεις, θα σε προλάβουν στις στροφές.
Έτσι κι ετούτη η λυρικότητά μου, αιώνια ταυτισμένη με τις σκοτείνοτερες κι αραχνιασμένες γωνίες της ύπαρξής μου, την πάλη μου την εσωτερική που πνίγει τη φωνή μου την αχνή και ανυψώνει το εγώ μου, την είχα κρύψει σ'έναν πύλινο αρχαίο αμφορέα· και κάθε φορά που εμένανε κορόιδευα, κάθε φορά που έτρεχα πιο μακρύα κι απ' όσο έφτανα να δώ, τυφλά, σε δάση πυκνά και βουνά υπερυψωμένα, λίγο - λίγο, την άφηνα, την άφηνα κι έφευγα μακριά της. Την άφηνα κι έφευγα, την ελευθερία μου, δέσμια για να γίνω, η χαζή, όλων εκείνων που την ύπαρξή τους αγνοούσα.
Μα κάτι ξέρει αυτή η λυρικότητα· ή, ίσως, εγώ, τα ίδια τα ψέματά μου και την καταστροφή που μου επέβαλα, άλλο δεν τα άντεξα, και κάποια στιγμή, κάποια στιγμή αόριστη στο χωροχρόνο, ανύπαρκτη στις συνειδητές διαστάσεις, κάποια στιγμή, εγώ, εγώ και το άλλοτε σάπιο εγώ μου, αποφάσισα να πάψω να 'μαι η σκιά του εαυτού μου, αποφάσισα, για μια φορά, να είμαι εγώ. Ό,τι κι αν είναι αυτό· κι όπως κι αν είναι.




No comments:
Post a Comment