Κουράστηκα·
Τα μάτια μου σ’ οντότητες κρυσταλλωμένες να δανείζω.
Τούτ’ η φωτιά της κόλασης μου όλης, πληγή καμία δεν έγιανε·
Κι ο πόνος όλος μετέωρος κι ερεβώδης βουίζει σαν από θανάτου ουρλιαχτό.
Κανείς δε μένει πια εδώ.
Έφυγαν όλοι.
Τόση μαινόμενη σιωπή δεν άντεξαν, το κρόασμα έπνιγε των θλιβερών χορδών τους.
Δε μ’ ενδιαφέρει,
Το που βρίσκεσαι.
Κι αν είσ’ εδώ μα χάθηκες πιο πέρα. Ποτέ,
Ποτέ δεν έγραψα για ‘σένα·
Μα για τις ώρες που εξόδευσα το αίμα μου να σπάω
Στ’ ασφυκτικό και ξύλινο καλούπι της μορφής σου να χωρέσει.


No comments:
Post a Comment